12783e6172bbc50da45509e021cdf9e8

«Ο μικρός επιστήμονας και το κορίτσι με την άδεια καρδιά»

της Μαριλένας Παππά

Στο νησί του μικρού επιστήμονα, δεν πλησίαζε ποτέ κανείς. Οι παλίρροιες επέστρεφαν πίσω στο νερό.  Ένα αόρατο τοίχος έμοιαζε να χωρίζει αυτό το κομμάτι γης από τον υπόλοιπο κόσμο. Κοπάδια από ψάρια έκαναν κύκλους, αμοιβάδες-μικρά φώτα μαζεύονταν σε γραμμές και χάζευαν από μακριά το νησί. Ακόμα κι ο αέρας δεν τολμούσε να παρεισφρύσει σ’ αυτόν το περίεργο τόπο. Χτυπούσε στην αόρατη διαχωριστική γραμμή κι επέστρεφε πίσω στη ζωή.

Το νησί του μικρού επιστήμονα ήταν καλυμμένο από απέραντες ποσότητες λάσπης, χωρίς ίχνος δέντρου ή λουλουδιού. Μία αχανής καφέ, γυαλιστερή έκταση. Χωρίς αέρα, χωρίς οξυγόνο, ο μικρός επιστήμονας κυκλοφορούσε πάντα με μία μικρή μάσκα που του επέτρεπε να αναπνεύσει. Αχ πόσο πολύ ήθελε να μπορούσε να περάσει στην άλλη μεριά. Χάζευε μ’ ένα ακαθόριστο βλέμμα τις αμέτρητες μηχανές που είχε κατασκευάσει για να ταξιδέψει πίσω στη ζωή. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει το σκοτάδι που έκρυβε στην καρδιά του, γιατί κανείς δεν ήξερε την αλήθεια. Οι εφευρέσεις του ήταν ικανές να τον μεταφέρουν πίσω στη ζωή, όχι μόνο μία, αλλά χιλιάδες φορές. Καμία όμως απ’ αυτές δεν τον βοήθησε να βρει το θάρρος να πατήσει το κουμπί και να τις βάλει μπροστά. Πάντα έψαχνε μία αφορμή για να μείνει πίσω. Ένας φόβος του υπαγόρευε την αιώνια αιχμαλωσία σ’ αυτόν τον σκοτεινό τόπο. Καινούργιες, τις έθαβε στο γλιστερό έδαφος, για να φτιάξει νέες το επόμενο πρωί.

Τα βράδια χάζευε τ’ αστέρια που έπεφταν με δύναμη στη λάσπη. Καθόταν στο ψηλότερο σημείο του βάλτου και κοιτούσε απέναντι τη ζωή που εξελισσόταν χωρίς εκείνον, αναρωτιόταν τι κάνουν οι άνθρωποι όταν βρίσκονται μαζί. Αν μιλούν, αν γελούν, αν ψιθυρίζουν τα βράδια για να μην τους ακούει το φεγγάρι.

Κι ύστερα τσαλαβουτούσε στις λάσπες και περπατούσε ως την άκρη του γκρεμού. Τα κύματα γυρνούσαν προς τα πίσω κι αποκάλυπταν άγνωστες πτυχές των βράχων. Το ίδιο κι εκείνο το βράδυ, τα κύματα γυρνούσαν ορμητικά πίσω στη ζωή, αλλά αυτή τη φορά ο μικρός επιστήμονας διέκρινε ένα περίεργο πλάσμα ξαπλωμένο στα βράχια. Ακίνητο. Ένα κορίτσι, ήταν ένα κορίτσι με μαύρα μακριά ατίθασα μαλλιά. Σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Μα, εκείνο έμενε εκεί ξαπλωμένο στα βράχια. Ο μικρός επιστήμονας έμεινε να την κοιτάζει μαγεμένος. Το φεγγάρι φώτιζε τη λευκή επιδερμίδα της και τα φώτα που μετέφεραν τα κύματα από μακριά έκαναν τα χέρια της να μοιάζουν με λαμπερές σφαίρες. Το κορίτσι παρέμενε ξαπλωμένο κι ακίνητο και τότε ο μικρός επιστήμονας κατάλαβε ότι κανένα ίχνος ζωής δεν είχε μείνει πια μέσα της. Η καρδιά της είχε αδειάσει πια, αλλά η δική του χτυπούσε επιτέλους δυνατά.

Χωρίς να το σκεφτεί, ο μικρός επιστήμονας πήδηξε από τον γκρεμό και βρέθηκε κοντά της. Έβγαλε τη μάσκα του και τη φίλησε. Και τότε η άπνοια πήρε ό, τι πολυτιμότερο είχε ο μικρός επιστήμονας. Του πήρε τη ζωή, αλλά εκείνο το άλμα από το γκρεμό, εκείνο το φιλί στο κορίτσι με την άδεια καρδιά πλημμύρισε τη δική του μ’ ένα σωρό συναισθήματα, με χρώματα, με τραγούδια, με όλα τα φώτα που χάζευε όλα αυτά τα χρόνια από μακριά. Και για εκείνη την τόσο μικρή κι ασήμαντη στιγμή ο μικρός επιστήμονας έζησε.

Και τότε συνέβη το ανείπωτο. Τα κύματα άρχισαν να τρέχουν με δύναμη προς τα βράχια και για πρώτη φορά δε φοβήθηκαν να σκάσουν πάνω στις μυτερές κορυφές τους. Κι ο αέρας φύσηξε τόσο δυνατός που διαπέρασε κάθε αόρατη διαχωριστική γραμμή. Τα ψάρια κολύμπησαν σε ευθείες γραμμές κι οι αμοιβάδες διασκορπίστηκαν στις απέραντες εκτάσεις λάσπης του νησιού.

Και τα κύματα σκέπασαν για πάντα δύο γεμάτες πια καρδιές.

 

 

,

Related Post

14550570_10210068842139745_516058183_o

Αυτό το ελάφι είναι δικό μου-Oliver Jeffers/ εκδόσεις Ίκαρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *