OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άνθρωποι από το κέντρο αυτής της πόλης

Της Μαριλένας Παππά

Ο τρελός
Τ ‘ αγέννητα μωρά σου σε φωνάζουν μπαμπά στα μπερδεμένα σοκάκια του μυαλού σου. Σου κάνουν παρέα τα μεσάνυχτα όταν οι άλλοι  κοιμούνται. Σε ρωτούν…»Γιατί μπαμπά μας σκότωσες; Γιατί σκότωσες το μπαμπά μας;» Γυρνάς από την άλλη μεριά του μαξιλαριού και τα ξανασκοτώνεις. Σκέφτεσαι ότι δε θέλεις πια να σκέφτεσαι. Γιατί το μέλλον σου είναι αόρατο και το παρόν σου μάταιο. Το μόνο που έχεις είναι το παρελθόν. Κλείνεις τα μάτια και μένεις εκεί, στα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια που ζούσες. Ανοίγεις τα μάτια σου και δε ζεις. Το πρωί ξυπνάς βίαια από το εγερτήριο που συνοδεύεται πάντα από το λευκό σου χάπι που σε κάνει να ξεχνάς. Τα παιδιά που σκότωσες φεύγουν μακριά και τη θέση τους παίρνουν θολές σκέψεις, ακαθόριστες γραμμές και μια λαχτάρα να ρωτήσεις το διπλανό σου τι καιρό θα κάνει σήμερα. Δεν απαντά. Ξαναρωτάς αλλά κανείς δεν απαντά. Παίρνεις τηλέφωνο όποιον αριθμό σου έρχεται πρώτος στο θολωμένο σου μυαλό και ρωτάς αν θα βρέξει σήμερα. Δε σε παίρνει κανείς στα σοβαρά γιατί όλοι σ΄έχουν για τρελό παρά μόνο σε ρωτούν πώς περνάς. Και τι να απαντήσεις; Προτιμάς να μη μιλήσεις και χαίρεσαι που η ζωή γύρω σου συνεχίζεται. Κάνεις μεγάλες παύσεις γιατί το λευκό χάπι δε σ’ αφήνει να σκεφτείς γρήγορα, αλλά κυρίως γιατί σ΄αρέσει να ακούς την κινητικότητα που υπάρχει στα άλλα σπίτια. Όταν κλείνεις τελικά νιώθεις ανακουφισμένος παρόλο που δεν έμαθες για τον καιρό. Δεν πειράζει, σκέφτεσαι, και παίρνεις κρυφά από τις νοσοκόμες το κουτάκι με τα δώδεκα λευκά χάπια. Θα μάθεις σύντομα μόνος σου…

Μια βόλτα με το τρένο
Το ποδήλατο που βρήκες χτες στα σκουπίδια το κρατάς σήμερα καλογυαλισμένο. Το επιδεικνύεις παντού. Άλλαξες και ρούχα. Πήρες καινούργια απ΄το παζάρι. Και παπούτσια ασφαλώς. Λευκά-κόκκινα , απομίμηση κάποιας ακριβής μάρκας, απ’ αυτές που δε θα φορέσεις ποτέ σε όλη σου τη ζωή. Μόνο που δε βρήκες μέρος να κάνεις μπάνιο και κάπου να κοιμηθείς. Αποφασίζεις να πάρεις το τρένο για να δείξεις το ποδήλατό σου στους φίλους σου. Αυτήν την ώρα θα είναι σε κάποιο βαγόνι και θα ξεπουλάνε τον εαυτό τους. Μπορεί να τους πετύχεις στο δρόμο. Μπαίνεις στο τελευταίο βαγόνι και στέκεσαι στη γωνία προσέχοντας μήπως κάποιος χαλάσει το ποδήλατό σου. Η διαδρομή σε νανουρίζει και τα μάτια σου κλείνουν. Ξυπνάς ακαριαία. Δεν πρέπει κανείς να σου πάρει το ποδήλατο. Νιώθεις ευτυχισμένος που κάποιοι θα σε θαυμάσουν παρόλα τα περιφρονητικά βλέμματα των επιβατών. Μόνο που δεν ξέρεις τι σημαίνει ευτυχία και μάλλον δε θα μάθεις ποτέ. Μετά από έξι στάσεις είναι η σειρά του φίλου σου με τα εγκαύματα στο πρόσωπο και τα κομμένα χέρια να ζητιανέψει. Χαίρεσαι που βλέπεις κάποιον γνωστό σου. Όταν τελειώνει την εξευτελιστική διαδρομή σε όλο το βαγόνι και μην έχοντας συγκινήσει κανέναν, σε πλησιάζει και παρατηρεί το καινούργιο σου απόκτημα. Φιλαράκι , σου λέει, θα μου το δίνεις να το κάνω βόλτες ε; Του υπόσχεσαι ναι , παρόλο που αυτό είναι αδύνατο. Του κουτιού ε;, του λες. Κι όλη την υπόλοιπη μέρα συζητάτε γι’ αυτό. Θα κάνετε καιρό να ξαναζήσετε τέτοια χαρά. Εύχεσαι να μην τελείωνε ποτέ αυτό το ταξίδι με το τρένο…

Ζωή;
Ηλίθιες κουβέντες, χαζή μουσική, τσιγάρο και γύρω μου ανόητες πουτάνες που αναζητούν το εφήμερο. Κι εγώ τι κάνω; Συμμετέχω στις ηλίθιες κουβέντες, κουνιέμαι στο ρυθμό της χαζής μουσικής, ανέχομαι το τσιγάρο και χαμογελάω στις ανόητες πουτάνες. Κι όλα αυτά γιατί; Για να γυρνάω σπίτι πιο κενή απ΄όσο έφυγα, πιο βρώμικη απ΄όσο ήμουν, πιο θλιμμένη απ΄όσο ένοιωθα. Αυτό λέγεται ζωή; Πείθω τον εαυτό μου ότι ανήκω σε όλα αυτά για να μη διαφέρω από τους άλλους και την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια. Γυρνώντας σπίτι όμως αναρωτιέμαι για ακόμα μια φορά γιατί όλοι οι υπόλοιποι χαίρονται με το καθεστώς βλακείας, ενώ εγώ νιώθω τόσο κενή. Αναρωτιέμαι, αναρωτιέμαι μέχρι που αποφασίζω ότι κάτι δεν πάει καλά με το δικό μου μυαλό. Κοιμάμαι για να μη σκέφτομαι και προπονώ τον εαυτό μου να γελάει όποτε πρέπει, ακόμα κι αν αυτά που ακούει τα θεωρεί εντελώς χαζά, να κάνει ότι καταλαβαίνει ακόμα κι αν δεν ακούει τίποτα απ΄όσα λέγονται , να πετάει τις πιο έξυπνες ατάκες για να γίνεται συμπαθής, να γνέφει καταφατικά και να χαμογελάει για να δείχνει ότι περνάει καλά, να συμπάσχει με το πρόβλημα του άλλου για να δημιουργήσει ισχυρές «φιλίες» και να καλύπτει τις δικές του ανασφάλειες εκθέτοντας τις ανασφάλειες των άλλων. Και σταδιακά ο «εαυτός» μου γίνεται μέρος του συνόλου, πολλές φορές μάλιστα ηγείται του καθεστώτος της βλακείας και χαίρεται ιδιαίτερα μ΄αυτήν την επιτυχία. Όμως ο εαυτός μου δεν αντέχει για πολύ και τα βράδια κλαίει χωρίς να καταλαβαίνει πια το γιατί. Σκέφτεται ότι τώρα πρέπει να βρει τρόπους να ξεχωρίσει από ΄κει  που πλέον ανήκει. Χωρίς εαυτό πια πορεύεται με την ελπίδα ότι είναι κάτι ξεχωριστό…

,

One thought on “Άνθρωποι από το κέντρο αυτής της πόλης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *